ψευδίζω
•
- μιλάω ψευδά, δεν προφέρω τους φθόγγους σωστά, ιδιαίτερα τους συριστικούς Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: τσευδίζω
Ετυμολογία
ψευδίζω < ψευδ(ός) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψευδίζω | ψευδίζεις | ψευδίζει | ψευδίζουμε | ψευδίζετε | ψευδίζουν / ψευδίζουνε |
| Παρατατικός | ψεύδιζα | ψεύδιζες | ψεύδιζε | ψευδίζαμε | ψευδίζατε | ψευδίζαν / ψευδίζανε / ψεύδιζαν |
| Αόριστος | ψεύδισα | ψεύδισες | ψεύδισε | ψευδίσαμε | ψευδίσατε | ψευδίσαν / ψευδίσανε / ψεύδισαν |
| Μέλλοντας | θα ψευδίζω / θα ψευδίσω | θα ψευδίζεις / θα ψευδίσεις | θα ψευδίζει / θα ψευδίσει | θα ψευδίζουμε / θα ψευδίσουμε | θα ψευδίζετε / θα ψευδίσετε | θα ψευδίζουν / θα ψευδίζουνε / θα ψευδίσουν / θα ψευδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψευδίσει | έχεις ψευδίσει | έχει ψευδίσει | έχουμε ψευδίσει | έχετε ψευδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψευδίσει | είχες ψευδίσει | είχε ψευδίσει | είχαμε ψευδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψευδίσει / να ψευδίζω / να ψευδίσω | να έχεις ψευδίσει / να ψευδίζεις / να ψευδίσεις | να έχει ψευδίσει / να ψευδίζει / να ψευδίσει | να έχουμε ψευδίσει / να ψευδίζουμε / να ψευδίσουμε | να έχετε ψευδίσει / να ψευδίζετε / να ψευδίσετε | να ψευδίζουν / να ψευδίζουνε / να ψευδίσουν / να ψευδίσουνε |
| Προστακτική | — | ψεύδιζε / ψεύδισε | — | — | ψευδίζετε / ψευδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →