ψευδαργυρώνω
•
- κάνω ψευδαργύρωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψευδαργυρώνω < ψευδάργυρος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψευδαργυρώνω | ψευδαργυρώνεις | ψευδαργυρώνει | ψευδαργυρώνουμε | ψευδαργυρώνετε | ψευδαργυρώνουν / ψευδαργυρώνουνε |
| Παρατατικός | ψευδαργύρωνα | ψευδαργύρωνες | ψευδαργύρωνε | ψευδαργυρώναμε | ψευδαργυρώνατε | ψευδαργυρώναν / ψευδαργυρώνανε / ψευδαργύρωναν |
| Αόριστος | ψευδαργύρωσα | ψευδαργύρωσες | ψευδαργύρωσε | ψευδαργυρώσαμε | ψευδαργυρώσατε | ψευδαργυρώσαν / ψευδαργυρώσανε / ψευδαργύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα ψευδαργυρώνω / θα ψευδαργυρώσω | θα ψευδαργυρώνεις / θα ψευδαργυρώσεις | θα ψευδαργυρώνει / θα ψευδαργυρώσει | θα ψευδαργυρώνουμε / θα ψευδαργυρώσουμε | θα ψευδαργυρώνετε / θα ψευδαργυρώσετε | θα ψευδαργυρώνουν / θα ψευδαργυρώνουνε / θα ψευδαργυρώσουν / θα ψευδαργυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψευδαργυρώσει | έχεις ψευδαργυρώσει | έχει ψευδαργυρώσει | έχουμε ψευδαργυρώσει | έχετε ψευδαργυρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψευδαργυρώσει | είχες ψευδαργυρώσει | είχε ψευδαργυρώσει | είχαμε ψευδαργυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψευδαργυρώσει / να ψευδαργυρώνω / να ψευδαργυρώσω | να έχεις ψευδαργυρώσει / να ψευδαργυρώνεις / να ψευδαργυρώσεις | να έχει ψευδαργυρώσει / να ψευδαργυρώνει / να ψευδαργυρώσει | να έχουμε ψευδαργυρώσει / να ψευδαργυρώνουμε / να ψευδαργυρώσουμε | να έχετε ψευδαργυρώσει / να ψευδαργυρώνετε / να ψευδαργυρώσετε | να ψευδαργυρώνουν / να ψευδαργυρώνουνε / να ψευδαργυρώσουν / να ψευδαργυρώσουνε |
| Προστακτική | — | ψευδαργύρωνε / ψευδαργύρωσε | — | — | ψευδαργυρώνετε / ψευδαργυρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →