Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψευδεπίγραφος

/pse.vðeˈpi.ɣɾa.fos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φιλολογίαπου φέρει ψευδώς το όνομα συγγραφέα διαφορετικού από τον πραγματικό δημιουργό του Βικιλεξικό
    • Τα ψευδεπίγραφα κείμενα του Αριστοτέλη.
  2. λόγιοπου φέρει ψεύτικο, παραπλανητικό ή ανακριβή τίτλο, όνομα ή χαρακτηρισμό, που δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό του περιεχόμενο Βικιλεξικό
    • Τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν μια ψευδεπίγραφη οικολογική κίνηση.
    • Το ψευδεπίγραφο όνομα του χωριού.
    • H ψευδεπίγραφη δόξα του παρελθόντος.
  3. σπάνιοαπόκρυφος Βικιλεξικό
    • Τα Ψευδεπίγραφα Ευαγγέλια. Απόκρυφα

Ετυμολογία

ψευδεπίγραφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψευδεπίγραφος. Η δεύτερη σημασία < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική spurious. Συγχρονικά αναλύεται σε ψευδ- + επί- + -γραφος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψευδεπίγραφοςψευδεπίγραφηψευδεπίγραφο
Γενικήψευδεπίγραφουψευδεπίγραφηςψευδεπίγραφου
Αιτιατικήψευδεπίγραφοψευδεπίγραφηψευδεπίγραφο
Κλητικήψευδεπίγραφεψευδεπίγραφηψευδεπίγραφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψευδεπίγραφοιψευδεπίγραφεςψευδεπίγραφα
Γενικήψευδεπίγραφωνψευδεπίγραφωνψευδεπίγραφων
Αιτιατικήψευδεπίγραφουςψευδεπίγραφεςψευδεπίγραφα
Κλητικήψευδεπίγραφοιψευδεπίγραφεςψευδεπίγραφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →