Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψευδοδιλημματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προκαλεί ψευδοδιλήμματα Βικιλεξικό
    • Οι ψευδοδιλημματικές καταστάσεις-αντιπαραθέσεις

Ετυμολογία

ψευδοδιλημματικός < ψευδοδίλημμα (γενική ψευδοδιλήμματ-ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψευδοδιλημματικόςψευδοδιλημματικήψευδοδιλημματικό
Γενικήψευδοδιλημματικούψευδοδιλημματικήςψευδοδιλημματικού
Αιτιατικήψευδοδιλημματικόψευδοδιλημματικήψευδοδιλημματικό
Κλητικήψευδοδιλημματικέψευδοδιλημματικήψευδοδιλημματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψευδοδιλημματικοίψευδοδιλημματικέςψευδοδιλημματικά
Γενικήψευδοδιλημματικώνψευδοδιλημματικώνψευδοδιλημματικών
Αιτιατικήψευδοδιλημματικούςψευδοδιλημματικέςψευδοδιλημματικά
Κλητικήψευδοδιλημματικοίψευδοδιλημματικέςψευδοδιλημματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →