Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψευδοθεός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσασυνώνυμο του ψευτοθεός Βικιλεξικό
    • 19ος αιώνας:
    • Ο ψευδοθεός Ζευς Δίας, τελώντας κάμνωντας γάμους, εφίλευσεν όλα τα ζώα.
  2. συνώνυμο του ψευτοθεός Βικιλεξικό
    • 21ος αιώνας:
    • «Το έργο της Πίστεώς μας είναι έργο μεταμόρφωσης της ιστορίας, από τα είδωλα, το δαιμονικό, την πλησμονή, τις ψευδαισθήσεις, τους ψευδοθεούς, τα ιδεολογικά ψέματα και τα κοινωνικά εγκλήματα, τους μύθους των ανέσεων και των ψευδοπαραδόσεων», ανέφερε σε άλλο σημείο ο κ. Σεραφείμ
    • Προφανώς κάποιοι «δικαιωματιστές» […] αγνοούν ότι η Ελληνική Εθνική Θρησκεία αναγνωρίστηκε […], που σημαίνει ότι ο Δίας θεωρείται θεός -και όχι ψευδοθεός ή μυθικό πρόσωπο- από την ελληνική Πολιτεία[…], που σημαίνει ότι η καθύβρισή του αποτελεί βλασφημία

Ετυμολογία

ψευδοθεός (καθαρεύουσα) < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψευδόθεος χωρίς τη μετακίνηση του τόνου σε σύνθεση. Μορφολογικά αναλύεται σε ψευδο- + θεός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψευδοθεόςψευδοθεοί
Γενικήψευδοθεούψευδοθεών
Αιτιατικήψευδοθεόψευδοθεούς
Κλητικήψευδοθεέψευδοθεοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →