Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψευδολόγιος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άνθρωπος που παριστάνει το λόγιο χωρίς να είναι Βικιλεξικό
  2. γραμματικήγραμματικός τύπος ή έκφραση που γίνεται λανθασμένη προσπάθεια να μιμηθεί λόγιους τύπους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψευδολόγιος < ψευδο- + λόγιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψευδολόγιοςψευδολόγιοι
Γενικήψευδολογίου / ψευδολόγιουψευδολογίων / ψευδολόγιων
Αιτιατικήψευδολόγιοψευδολογίους / ψευδολόγιους
Κλητικήψευδολόγιεψευδολόγιοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ψευδολόγιος

επίθετο
•
  1. που έχει σχέση με ψευδολόγιους ανθρώπους ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
  2. γραμματικήπου έχει σχέση με ψευδολόγιους τύπους ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψευδολόγιος < ψευδο- + λόγιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψευδολόγιοςψευδολόγιοςψευδολόγιος
Γενικήψευδολογίου / ψευδολόγιουψευδολογίου / ψευδολόγιουψευδολογίου / ψευδολόγιου
Αιτιατικήψευδολόγιοψευδολόγιοψευδολόγιο
Κλητικήψευδολόγιεψευδολόγιεψευδολόγιε

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψευδολόγιοιψευδολόγιοιψευδολόγιοι
Γενικήψευδολογίων / ψευδολόγιωνψευδολογίων / ψευδολόγιωνψευδολογίων / ψευδολόγιων
Αιτιατικήψευδολογίους / ψευδολόγιουςψευδολογίους / ψευδολόγιουςψευδολογίους / ψευδολόγιους
Κλητικήψευδολόγιοιψευδολόγιοιψευδολόγιοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →