ψευδομάρτυρας
•
- κάποιος που δίνει εν γνώσει του ψευδή κατάθεση σε δικαστήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψευδομάρτυρας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψευδομάρτυς, από την αιτιατική «τὸν ψευδομάρτυρα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψευδομάρτυρας | ψευδομάρτυρες |
| Γενική | ψευδομάρτυρα / ψευδομάρτυρος | ψευδομαρτύρων |
| Αιτιατική | ψευδομάρτυρα | ψευδομάρτυρες |
| Κλητική | ψευδομάρτυρα | ψευδομάρτυρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →