Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψευδοπρόβλημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ασήμαντο πρόβλημα που ίσως κάποιος μεγαλοποιεί ή που πάντως δεν είναι σπουδαίο, ένα συνηθισμένο πρόβλημα, μια καθημερινή κατάσταση Βικιλεξικό
  2. ανύπαρκτο πρόβλημα, κάτι λυμένο που κάποιος νόμιζε ότι ήταν ακομα προς επίλυση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψευδοπρόβλημα < ψευδο- και πρόβλημα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψευδοπρόβλημαψευδοπροβλήματα
Γενικήψευδοπροβλήματοςψευδοπροβλημάτων
Αιτιατικήψευδοπρόβλημαψευδοπροβλήματα
Κλητικήψευδοπρόβλημαψευδοπροβλήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →