ψευδοπρόβλημα
•
- ασήμαντο πρόβλημα που ίσως κάποιος μεγαλοποιεί ή που πάντως δεν είναι σπουδαίο, ένα συνηθισμένο πρόβλημα, μια καθημερινή κατάσταση Βικιλεξικό
- ανύπαρκτο πρόβλημα, κάτι λυμένο που κάποιος νόμιζε ότι ήταν ακομα προς επίλυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψευδοπρόβλημα < ψευδο- και πρόβλημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψευδοπρόβλημα | ψευδοπροβλήματα |
| Γενική | ψευδοπροβλήματος | ψευδοπροβλημάτων |
| Αιτιατική | ψευδοπρόβλημα | ψευδοπροβλήματα |
| Κλητική | ψευδοπρόβλημα | ψευδοπροβλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →