Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψευταράκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σχετικά ήπιος και τρυφερός χαρακτηρισμός ατόμου που συνηθίζει να λέει ψέματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψευταράκος < ψευταρ(άς) + υποκοριστικό επίθημα -άκος (υποκοριστικού μεγεθυντικού)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψευταράκοςψευταράκοι
Γενικήψευταράκουψευταράκων
Αιτιατικήψευταράκοψευταράκους
Κλητικήψευταράκοψευταράκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →