Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψευτοδουλειά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πρόχειρη εργασία που δεν παρέχει στον εργαζόμενο κανονικό, σταθερό εισόδημα, που δεν έχειπροοπτικές, που την κάνει κάποιος μόνον κατ' ανάγκη μέχρι να βει καλύτερη απασχόληση Βικιλεξικό
  2. κακή τεχνική εργασία, πρόχειρη επισκευή ή κατασκευή, δουλειά που έγινε με πρόχειρο τρόπο, που το αποτέλεσμά της δεν έχει τη λογικά αναμενόμενη διάρκεια ζωής, που χαλάει εύκολα ή γρήγορα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψευτοδουλειά < ψευτο- + δουλειά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψευτοδουλειάψευτοδουλειές
Γενικήψευτοδουλειάςψευτοδουλειών
Αιτιατικήψευτοδουλειάψευτοδουλειές
Κλητικήψευτοδουλειάψευτοδουλειές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →