ψευτοδουλειά
•
- πρόχειρη εργασία που δεν παρέχει στον εργαζόμενο κανονικό, σταθερό εισόδημα, που δεν έχειπροοπτικές, που την κάνει κάποιος μόνον κατ' ανάγκη μέχρι να βει καλύτερη απασχόληση Βικιλεξικό
- κακή τεχνική εργασία, πρόχειρη επισκευή ή κατασκευή, δουλειά που έγινε με πρόχειρο τρόπο, που το αποτέλεσμά της δεν έχει τη λογικά αναμενόμενη διάρκεια ζωής, που χαλάει εύκολα ή γρήγορα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψευτοδουλειά < ψευτο- + δουλειά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψευτοδουλειά | ψευτοδουλειές |
| Γενική | ψευτοδουλειάς | ψευτοδουλειών |
| Αιτιατική | ψευτοδουλειά | ψευτοδουλειές |
| Κλητική | ψευτοδουλειά | ψευτοδουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →