ψευτοζώ
•
- λαϊκότροποζω φτωχικά, με πολύ λίγα μέσα ή πόρους Βικιλεξικό
- Ένα καλοκαίρι δα περιμένουμε κι εμείς να βγάλουμε κάνα παρά για να ψευτοζήσουμε το χειμώνα. (Λιλή Ιακωβίδου Λίγες σταλαγματιές αίμα... [διήγημα])
Ετυμολογία
ψευτοζώ < ψευτο- + ζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψευτοζώ | ψευτοζείς / ψευτόζει | ψευτοζεί | ψευτοζούμε | ψευτοζείτε | ψευτοζούν |
| Παρατατικός | ψευτοζούσα | ψευτοζούσες | ψευτοζούσε | ψευτοζούσαμε | ψευτοζούσατε | ψευτοζούσαν |
| Αόριστος | ψευτοέζησα / ψευτοζήσω | ψευτοέζησες / ψευτοζήσεις / ψευτοζησε | ψευτοέζησε / ψευτοζήσει | ψευτοζήσαμε / ψευτοζήσουμε | ψευτοζήσατε / ψευτοζήσετε / ψευτοζήστε | ψευτοέζησαν / ψευτοζήσουν |
| Μέλλοντας | θα ψευτοζήσω / θα ψευτοζώ | θα ψευτοζήσεις / θα ψευτοζείς | θα ψευτοζήσει / θα ψευτοζεί | θα ψευτοζήσουμε / θα ψευτοζούμε | θα ψευτοζήσετε / θα ψευτοζείτε | θα ψευτοζήσουν / θα ψευτοζούν |
| Παρακείμενος | έχω ψευτοζήσει | έχεις ψευτοζήσει | έχει ψευτοζήσει | έχουμε ψευτοζήσει | έχετε ψευτοζήσει | έχουν ψευτοζήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψευτοζήσει | είχες ψευτοζήσει | είχε ψευτοζήσει | είχαμε ψευτοζήσει | είχατε ψευτοζήσει | είχαν ψευτοζήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →