ψευτοκουλτουριάρης
•
- αυτός που "το παίζει" διανοούμενος, που παριστάνει τον διανοούμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψευτοκουλτουριάρης < πρόθημα ψευτο- + ουσιαστικό κουλτουριάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψευτοκουλτουριάρα / ψευτοκουλτουριάρης / ψευτοκουλτουριάρικο | ψευτοκουλτουριάρες / ψευτοκουλτουριάρηδες / ψευτοκουλτουριάρικα |
| Γενική | ψευτοκουλτουριάρας / ψευτοκουλτουριάρη / ψευτοκουλτουριάρικου | ψευτοκουλτουριάρηδων / ψευτοκουλτουριάρικων |
| Αιτιατική | ψευτοκουλτουριάρα / ψευτοκουλτουριάρη / ψευτοκουλτουριάρικο | ψευτοκουλτουριάρες / ψευτοκουλτουριάρηδες / ψευτοκουλτουριάρικα |
| Κλητική | ψευτοκουλτουριάρα / ψευτοκουλτουριάρη / ψευτοκουλτουριάρικο | ψευτοκουλτουριάρες / ψευτοκουλτουριάρηδες / ψευτοκουλτουριάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →