Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψευτόσουπα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γαστρονομίααπλή χορτόσουπα· σούπα που δεν περιέχει κρεατικά, πουλερικά ή ψάρι Βικιλεξικό
    • Και ο Χρηστάκης; Δώδεκα χρονών αντράκι, έφευγε το πρωί και γύρναγε το βράδυ, ποτέ με άδεια χέρια, πότε δυο κούτσουρα για τη φωτιά, πότε μια χούφτα καραβόλους, πότε κανένα φρούτο κλεψιμέικο, πότε κάνα δυο πατάτες πληρωμή για θελήματα σε κείνους που άντεχαν ακόμη, πότε κόκαλα, που τα ’χαν πετάξει, μα βρασμένα με νερό φτιάχναν μια ψευτόσουπα να ξεγελά το στομάχι
    • να μη φάει τίποτα, μόνο δώστου κανένα χαμομήλι και καμιά ψευτόσουπα
  2. κατ’ επέκτασησούπα που παρασκευάζεται εύκολα και γρήγορα^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
    • θα σου φτιάξω τώρα μια ψευτόσουπα, γιατί δεν έχω πάει για ψώνια και το ψυγείο είναι άδειο

Ετυμολογία

ψευτόσουπα < (ψεύτικος) ψευτό- + σούπα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψευτόσουπαψευτόσουπες
Γενικήψευτόσουπαςψευτόσουπων
Αιτιατικήψευτόσουπαψευτόσουπες
Κλητικήψευτόσουπαψευτόσουπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →