ψεύταρος
•
- ο ψευταράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψεύταρος < ψεύτ(ης) + μεγεθυντικό επίθημα -αρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψεύταρος | ψεύταροι |
| Γενική | ψεύταρου | ψεύταρων |
| Αιτιατική | ψεύταρο | ψεύταρους |
| Κλητική | ψεύταρε | ψεύταροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →