ψηλά
•
- τοπικάσε μεγάλο ύψος Βικιλεξικό
- Το έβαλες πολύ ψηλά το βιβλίο και δεν το φτάνω, χρειάζομαι σκάλα.
- για ήχουςσε υψηλή συχνότητα Βικιλεξικό
- Είχε φωνή σοπράνο που έφτανε πολύ ψηλά.
- μεταφορικάσε υψηλή θέση Βικιλεξικό
- Αυτό το παιδί θα φτάσει πολύ ψηλά. (θα διακριθεί)
Ετυμολογία
ψηλά < ψηλ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →