Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψηλαρμενίζω

ρήμα
•
  1. αρμενίζω ψηλά, πετώ ψηλά Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκομπάζω, κομπορρημονώ, υπερηφανεύομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψηλαρμενίζω < ψηλά + αρμενίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψηλαρμενίζωψηλαρμενίζειςψηλαρμενίζειψηλαρμενίζουμεψηλαρμενίζετεψηλαρμενίζουν / ψηλαρμενίζουνε
Παρατατικόςψηλαρμένιζαψηλαρμένιζεςψηλαρμένιζεψηλαρμενίζαμεψηλαρμενίζατεψηλαρμένιζαν / ψηλαρμενίζαν / ψηλαρμενίζανε
Αόριστοςψηλαρμένισαψηλαρμένισεςψηλαρμένισεψηλαρμενίσαμεψηλαρμενίσατεψηλαρμένισαν / ψηλαρμενίσαν / ψηλαρμενίσανε
Μέλλονταςθα ψηλαρμενίζω / θα ψηλαρμενίσωθα ψηλαρμενίζεις / θα ψηλαρμενίσειςθα ψηλαρμενίζει / θα ψηλαρμενίσειθα ψηλαρμενίζουμε / θα ψηλαρμενίσουμεθα ψηλαρμενίζετε / θα ψηλαρμενίσετεθα ψηλαρμενίζουν / θα ψηλαρμενίζουνε / θα ψηλαρμενίσουν / θα ψηλαρμενίσουνε
Παρακείμενοςέχω ψηλαρμενίσειέχεις ψηλαρμενίσειέχει ψηλαρμενίσειέχουμε ψηλαρμενίσειέχετε ψηλαρμενίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ψηλαρμενίσειείχες ψηλαρμενίσειείχε ψηλαρμενίσειείχαμε ψηλαρμενίσει——
Υποτακτικήνα έχω ψηλαρμενίσει / να ψηλαρμενίζω / να ψηλαρμενίσωνα έχεις ψηλαρμενίσει / να ψηλαρμενίζεις / να ψηλαρμενίσειςνα έχει ψηλαρμενίσει / να ψηλαρμενίζει / να ψηλαρμενίσεινα έχουμε ψηλαρμενίσει / να ψηλαρμενίζουμε / να ψηλαρμενίσουμενα έχετε ψηλαρμενίσει / να ψηλαρμενίζετε / να ψηλαρμενίσετενα ψηλαρμενίζουν / να ψηλαρμενίζουνε / να ψηλαρμενίσουν / να ψηλαρμενίσουνε
Προστακτική—ψηλαρμένιζε / ψηλαρμένισε——ψηλαρμενίζετε / ψηλαρμενίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →