ψηλαρμενίζω
•
- αρμενίζω ψηλά, πετώ ψηλά Βικιλεξικό
- μεταφορικάκομπάζω, κομπορρημονώ, υπερηφανεύομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψηλαρμενίζω < ψηλά + αρμενίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψηλαρμενίζω | ψηλαρμενίζεις | ψηλαρμενίζει | ψηλαρμενίζουμε | ψηλαρμενίζετε | ψηλαρμενίζουν / ψηλαρμενίζουνε |
| Παρατατικός | ψηλαρμένιζα | ψηλαρμένιζες | ψηλαρμένιζε | ψηλαρμενίζαμε | ψηλαρμενίζατε | ψηλαρμένιζαν / ψηλαρμενίζαν / ψηλαρμενίζανε |
| Αόριστος | ψηλαρμένισα | ψηλαρμένισες | ψηλαρμένισε | ψηλαρμενίσαμε | ψηλαρμενίσατε | ψηλαρμένισαν / ψηλαρμενίσαν / ψηλαρμενίσανε |
| Μέλλοντας | θα ψηλαρμενίζω / θα ψηλαρμενίσω | θα ψηλαρμενίζεις / θα ψηλαρμενίσεις | θα ψηλαρμενίζει / θα ψηλαρμενίσει | θα ψηλαρμενίζουμε / θα ψηλαρμενίσουμε | θα ψηλαρμενίζετε / θα ψηλαρμενίσετε | θα ψηλαρμενίζουν / θα ψηλαρμενίζουνε / θα ψηλαρμενίσουν / θα ψηλαρμενίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψηλαρμενίσει | έχεις ψηλαρμενίσει | έχει ψηλαρμενίσει | έχουμε ψηλαρμενίσει | έχετε ψηλαρμενίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψηλαρμενίσει | είχες ψηλαρμενίσει | είχε ψηλαρμενίσει | είχαμε ψηλαρμενίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψηλαρμενίσει / να ψηλαρμενίζω / να ψηλαρμενίσω | να έχεις ψηλαρμενίσει / να ψηλαρμενίζεις / να ψηλαρμενίσεις | να έχει ψηλαρμενίσει / να ψηλαρμενίζει / να ψηλαρμενίσει | να έχουμε ψηλαρμενίσει / να ψηλαρμενίζουμε / να ψηλαρμενίσουμε | να έχετε ψηλαρμενίσει / να ψηλαρμενίζετε / να ψηλαρμενίσετε | να ψηλαρμενίζουν / να ψηλαρμενίζουνε / να ψηλαρμενίσουν / να ψηλαρμενίσουνε |
| Προστακτική | — | ψηλαρμένιζε / ψηλαρμένισε | — | — | ψηλαρμενίζετε / ψηλαρμενίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →