Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψηλαφητός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορούμε να τον ψηλαφίσουμε, να τον αντιληφθούμε ψηλαφώντας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψηλαφητός < (ελληνιστική κοινή) < ψηλαφάω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψηλαφητόςψηλαφητήψηλαφητό
Γενικήψηλαφητούψηλαφητήςψηλαφητού
Αιτιατικήψηλαφητόψηλαφητήψηλαφητό
Κλητικήψηλαφητέψηλαφητήψηλαφητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψηλαφητοίψηλαφητέςψηλαφητά
Γενικήψηλαφητώνψηλαφητώνψηλαφητών
Αιτιατικήψηλαφητούςψηλαφητέςψηλαφητά
Κλητικήψηλαφητοίψηλαφητέςψηλαφητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →