ψητό
•
- φαγητό, κυρίως κρέας, ψημένο στο φούρνο Βικιλεξικό
- Η Μερόπη γέλασε τρανταχτά και οι κόκκινες μπούκλες της ακολούθησαν με ρυθμό την κίνησή της, άφησε το ψητό στο τραπέζι και είπε, «ας φάμε, ξελιγώθηκα στην πείνα». Το ζευγάρι ένευσε καταφατικά και κάθησαν να φάνε. (Αναστασία Γιδάκου, Μια γυναίκα, δυο ζωές, εκδ. BookRix, 2023)
- αργκόκύριο θέμα Βικιλεξικό
- Προχώρα στο ψητό...
Ετυμολογία
ψητό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ψητός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψητό | ψητά |
| Γενική | ψητού | ψητών |
| Αιτιατική | ψητό | ψητά |
| Κλητική | ψητό | ψητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →