Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψηφίζομαι

ρήμα
•
  1. με ψηφίζουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψηφίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος ψηφίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψηφίζομαιψηφίζεσαιψηφίζεταιψηφιζόμαστεψηφίζεστεψηφίζονται
Παρατατικόςψηφιζόμουν / ψηφιζόμουναψηφιζόσουν / ψηφιζόσουναψηφιζόταν / ψηφιζότανεψηφιζόμασταν / ψηφιζόμαστεψηφιζόσασταν / ψηφιζόσαστεψηφίζονταν / ψηφιζόντουσαν
Αόριστοςψηφίστηκαψηφίστηκεςψηφίστηκεψηφιστήκαμεψηφιστήκατεψηφίστηκαν / ψηφιστήκαν / ψηφιστήκανε
Μέλλονταςθα ψηφίζομαι / θα ψηφιστώθα ψηφίζεσαι / θα ψηφιστείςθα ψηφίζεται / θα ψηφιστείθα ψηφιζόμαστε / θα ψηφιστούμεθα ψηφίζεστε / θα ψηφιστείτεθα ψηφίζονται / θα ψηφιστούν / θα ψηφιστούνε
Παρακείμενοςέχω ψηφιστείέχεις ψηφιστείέχει ψηφιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ψηφιστείείχες ψηφιστείείχε ψηφιστεί———
Υποτακτικήνα έχω ψηφιστεί / να ψηφίζομαι / να ψηφιστώνα έχεις ψηφιστεί / να ψηφίζεσαι / να ψηφιστείςνα έχει ψηφιστεί / να ψηφίζεται / να ψηφιστείνα ψηφιζόμαστε / να ψηφιστούμενα ψηφίζεστε / να ψηφιστείτενα ψηφίζονται / να ψηφιστούν / να ψηφιστούνε
Προστακτική—ψηφίζου / ψηφίσου——ψηφίζεστε / ψηφιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →