Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψηφιοποιημένος

/psi.fi.o.pi.iˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. πληροφορικήdigitised: αυτός που έχει υποστεί ψηφιοποίηση, που έχει ψηφιοποιηθεί Βικιλεξικό
    • Για το χειρισμό ψηφιοποιημένου ήχου έχει αναπτυχθεί λογισμικό που παρέχει τη δυνατότητα για εγγραφή και επεξεργασία ψηφιοποιημένου ήχου καθώς και πολλές άλλες, όπως είναι τα διάφορα εφέ (π.χ. ενίσχυση, παραμόρφωση), η μείξη, κ.ά.

Ετυμολογία

Άλλοι τύποι

ψηφιοποιημέναψηφιοποιημένεψηφιοποιημένεςψηφιοποιημένηψηφιοποιημένηςψηφιοποιημένοψηφιοποιημένοιψηφιοποιημένοςψηφιοποιημένουψηφιοποιημένουςψηφιοποιημένωνψηφιοποιώ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →