ψηφιοποιημένος
•
- πληροφορικήdigitised: αυτός που έχει υποστεί ψηφιοποίηση, που έχει ψηφιοποιηθεί Βικιλεξικό
- Για το χειρισμό ψηφιοποιημένου ήχου έχει αναπτυχθεί λογισμικό που παρέχει τη δυνατότητα για εγγραφή και επεξεργασία ψηφιοποιημένου ήχου καθώς και πολλές άλλες, όπως είναι τα διάφορα εφέ (π.χ. ενίσχυση, παραμόρφωση), η μείξη, κ.ά.
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
ψηφιοποιημέναψηφιοποιημένεψηφιοποιημένεςψηφιοποιημένηψηφιοποιημένηςψηφιοποιημένοψηφιοποιημένοιψηφιοποιημένοςψηφιοποιημένουψηφιοποιημένουςψηφιοποιημένωνψηφιοποιώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →