Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψηφοφορώ

ρήμα
•
  1. εκλέγω ψηφίζοντας Βικιλεξικό
  2. έχω το δικαίωμα να ψηφίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψηφοφορώ < (ελληνιστική κοινή) / ψηφηφορῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψηφοφορώψηφοφορείςψηφοφορείψηφοφορούμεψηφοφορείτεψηφοφορούν / ψηφοφορούνε
Παρατατικόςψηφοφορούσαψηφοφορούσεςψηφοφορούσεψηφοφορούσαμεψηφοφορούσατεψηφοφορούσαν / ψηφοφορούσανε
Αόριστοςψηφοφόρησαψηφοφόρησεςψηφοφόρησεψηφοφορήσαμεψηφοφορήσατεψηφοφορήσαν / ψηφοφορήσανε / ψηφοφόρησαν
Μέλλονταςθα ψηφοφορήσω / θα ψηφοφορώθα ψηφοφορήσεις / θα ψηφοφορείςθα ψηφοφορήσει / θα ψηφοφορείθα ψηφοφορήσουμε / θα ψηφοφορούμεθα ψηφοφορήσετε / θα ψηφοφορείτεθα ψηφοφορήσουν / θα ψηφοφορήσουνε / θα ψηφοφορούν / θα ψηφοφορούνε
Παρακείμενοςέχω ψηφοφορήσειέχεις ψηφοφορήσειέχει ψηφοφορήσειέχουμε ψηφοφορήσειέχετε ψηφοφορήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ψηφοφορήσειείχες ψηφοφορήσειείχε ψηφοφορήσειείχαμε ψηφοφορήσει——
Υποτακτικήνα έχω ψηφοφορήσει / να ψηφοφορήσω / να ψηφοφορώνα έχεις ψηφοφορήσει / να ψηφοφορήσεις / να ψηφοφορείςνα έχει ψηφοφορήσει / να ψηφοφορήσει / να ψηφοφορείνα έχουμε ψηφοφορήσει / να ψηφοφορήσουμε / να ψηφοφορούμενα έχετε ψηφοφορήσει / να ψηφοφορήσετε / να ψηφοφορείτενα ψηφοφορήσουν / να ψηφοφορήσουνε / να ψηφοφορούν / να ψηφοφορούνε
Προστακτική—ψηφοφόρει / ψηφοφόρησε——ψηφοφορήστε / ψηφοφορείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →