ψιδιάζω
•
- τοποθετώ καινούργια ψίδια ή αντικαθιστώ τα χαλασμένα ή φθαρμένα με καινούργια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιδιάζω < ψίδι + -άζω < αρχαία ελληνική ἀψίς
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψιδιάζω | ψιδιάζεις | ψιδιάζει | ψιδιάζουμε | ψιδιάζετε | ψιδιάζουν / ψιδιάζουνε |
| Παρατατικός | ψίδιαζα | ψίδιαζες | ψίδιαζε | ψιδιάζαμε | ψιδιάζατε | ψίδιαζαν / ψιδιάζαν / ψιδιάζανε |
| Αόριστος | ψίδιασα | ψίδιασες | ψίδιασε | ψιδιάσαμε | ψιδιάσατε | ψίδιασαν / ψιδιάσαν / ψιδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ψιδιάζω / θα ψιδιάσω | θα ψιδιάζεις / θα ψιδιάσεις | θα ψιδιάζει / θα ψιδιάσει | θα ψιδιάζουμε / θα ψιδιάσουμε | θα ψιδιάζετε / θα ψιδιάσετε | θα ψιδιάζουν / θα ψιδιάζουνε / θα ψιδιάσουν / θα ψιδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψιδιάσει | έχεις ψιδιάσει | έχει ψιδιάσει | έχουμε ψιδιάσει | έχετε ψιδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψιδιάσει | είχες ψιδιάσει | είχε ψιδιάσει | είχαμε ψιδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψιδιάσει / να ψιδιάζω / να ψιδιάσω | να έχεις ψιδιάσει / να ψιδιάζεις / να ψιδιάσεις | να έχει ψιδιάσει / να ψιδιάζει / να ψιδιάσει | να έχουμε ψιδιάσει / να ψιδιάζουμε / να ψιδιάσουμε | να έχετε ψιδιάσει / να ψιδιάζετε / να ψιδιάσετε | να ψιδιάζουν / να ψιδιάζουνε / να ψιδιάσουν / να ψιδιάσουνε |
| Προστακτική | — | ψίδιαζε / ψίδιασε | — | — | ψιδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ψιδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →