Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψιθυριστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που ψιθυρίζει κάτι σε κάποιον άλλον Βικιλεξικό
  2. αυτός που διαδίδει φήμες με δήθεν εμπιστευτικό τόνο Βικιλεξικό
    • Παρ’ όλα αυτά οι ψιθυριστές, που έπιασαν αμέσως δουλειά, επέμεναν σερβίροντας μάλιστα μια εκδοχή που έδινε στο θέμα διαστάσεις διπλωματικού σκανδάλου (σταύρος Τζίμας, Η «εξαφάνιση» του Πούτιν, από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13 Απριλίου 2012)

Ετυμολογία

ψιθυριστής < ψιθυρίζω + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψιθυριστήςψιθυριστές
Γενικήψιθυριστήψιθυριστών
Αιτιατικήψιθυριστήψιθυριστές
Κλητικήψιθυριστήψιθυριστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →