Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψιθυριστός

/psi.θi.ɾiˈstos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ακούγεται χαμηλόφωνα σαν ψίθυρος, που ψιθυρίζεται, που Βικιλεξικό
    • ψιθυριστή φωνή

Ετυμολογία

ψιθυριστός < αόριστο θέμα ψιθυρισ- του ψιθυρίζω + -τός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψιθυριστόςψιθυριστήψιθυριστό
Γενικήψιθυριστούψιθυριστήςψιθυριστού
Αιτιατικήψιθυριστόψιθυριστήψιθυριστό
Κλητικήψιθυριστέψιθυριστήψιθυριστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψιθυριστοίψιθυριστέςψιθυριστά
Γενικήψιθυριστώνψιθυριστώνψιθυριστών
Αιτιατικήψιθυριστούςψιθυριστέςψιθυριστά
Κλητικήψιθυριστοίψιθυριστέςψιθυριστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →