ψιθυριστός
•
- που ακούγεται χαμηλόφωνα σαν ψίθυρος, που ψιθυρίζεται, που Βικιλεξικό
- ψιθυριστή φωνή
Ετυμολογία
ψιθυριστός < αόριστο θέμα ψιθυρισ- του ψιθυρίζω + -τός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιθυριστός | ψιθυριστή | ψιθυριστό |
| Γενική | ψιθυριστού | ψιθυριστής | ψιθυριστού |
| Αιτιατική | ψιθυριστό | ψιθυριστή | ψιθυριστό |
| Κλητική | ψιθυριστέ | ψιθυριστή | ψιθυριστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιθυριστοί | ψιθυριστές | ψιθυριστά |
| Γενική | ψιθυριστών | ψιθυριστών | ψιθυριστών |
| Αιτιατική | ψιθυριστούς | ψιθυριστές | ψιθυριστά |
| Κλητική | ψιθυριστοί | ψιθυριστές | ψιθυριστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →