ψιλικατζίδικο
•
- το κατάστημα που πουλάει ψιλικά (μικρής αξίας μικροπράγματα που είναι απαραίτητα στην καθημερινή ζωή) και συχνά εφημερίδες, τσιγάρα και αναψυκτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιλικατζίδικο < ψιλικατζ(ής) + -ίδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιλικατζίδικο | ψιλικατζίδικα |
| Γενική | ψιλικατζίδικου | ψιλικατζίδικων |
| Αιτιατική | ψιλικατζίδικο | ψιλικατζίδικα |
| Κλητική | ψιλικατζίδικο | ψιλικατζίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →