Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψιλικατζού

/psi.li.kaˈd͡zu/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαθηλυκό του ψιλικατζής: ιδιοκτήτρια ή υπάλληλος ενός ψιλικατζίδικου Βικιλεξικό
  2. αργκόκλέφτρα ευτελών αντικειμένων ή μικροποσών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψιλικατζού < ψιλικατζ(ής) + κατάληξη θηλυκού -ού

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψιλικατζούψιλικατζούδες
Γενικήψιλικατζούςψιλικατζούδων
Αιτιατικήψιλικατζούψιλικατζούδες
Κλητικήψιλικατζούψιλικατζούδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →