ψιλικατζού
•
- επάγγελμαθηλυκό του ψιλικατζής: ιδιοκτήτρια ή υπάλληλος ενός ψιλικατζίδικου Βικιλεξικό
- αργκόκλέφτρα ευτελών αντικειμένων ή μικροποσών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιλικατζού < ψιλικατζ(ής) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιλικατζού | ψιλικατζούδες |
| Γενική | ψιλικατζούς | ψιλικατζούδων |
| Αιτιατική | ψιλικατζού | ψιλικατζούδες |
| Κλητική | ψιλικατζού | ψιλικατζούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →