ψιλογαμιέμαι
•
- κυριολεκτικάέχω σποραδικές ερωτικές επαφές (σύνταξη συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
- Έχουν χωρίσει και έχουν άλλες σχέσεις τώρα, αλλά πού και πού ψιλογαμιούνται ακόμα μεταξύ τους
- μεταφορικάπου δεν πάει καλά, που παρουσιάζει προβλήματα (σύνταξη συχνά σε τρίτο πρόσωπο) Βικιλεξικό
- Στη δουλειά μέχρι τώρα το κλίμα ήταν πολύ καλό, τώρα τελευταία όμως έχει ψιλογαμηθεί η κατάσταση
Ετυμολογία
ψιλογαμιέμαι < ψιλο- + γαμιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →