Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψιλογαμιέμαι

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάέχω σποραδικές ερωτικές επαφές (σύνταξη συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
    • Έχουν χωρίσει και έχουν άλλες σχέσεις τώρα, αλλά πού και πού ψιλογαμιούνται ακόμα μεταξύ τους
  2. μεταφορικάπου δεν πάει καλά, που παρουσιάζει προβλήματα (σύνταξη συχνά σε τρίτο πρόσωπο) Βικιλεξικό
    • Στη δουλειά μέχρι τώρα το κλίμα ήταν πολύ καλό, τώρα τελευταία όμως έχει ψιλογαμηθεί η κατάσταση

Ετυμολογία

ψιλογαμιέμαι < ψιλο- + γαμιέμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →