ψιλοκοσκινίζω
•
- περνάω ένα υλικό από ψιλό κόσκινο Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιμένω πολύ(ίσως υπερβολικά) στην εξέταση μικρών λεπτομερειών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιλοκοσκινίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψιλοκοσκινίζω | ψιλοκοσκινίζεις | ψιλοκοσκινίζει | ψιλοκοσκινίζουμε | ψιλοκοσκινίζετε | ψιλοκοσκινίζουν / ψιλοκοσκινίζουνε |
| Παρατατικός | ψιλοκοσκίνιζα | ψιλοκοσκίνιζες | ψιλοκοσκίνιζε | ψιλοκοσκινίζαμε | ψιλοκοσκινίζατε | ψιλοκοσκίνιζαν / ψιλοκοσκινίζαν / ψιλοκοσκινίζανε |
| Αόριστος | ψιλοκοσκίνισα | ψιλοκοσκίνισες | ψιλοκοσκίνισε | ψιλοκοσκινίσαμε | ψιλοκοσκινίσατε | ψιλοκοσκίνισαν / ψιλοκοσκινίσαν / ψιλοκοσκινίσανε |
| Μέλλοντας | θα ψιλοκοσκινίζω / θα ψιλοκοσκινίσω | θα ψιλοκοσκινίζεις / θα ψιλοκοσκινίσεις | θα ψιλοκοσκινίζει / θα ψιλοκοσκινίσει | θα ψιλοκοσκινίζουμε / θα ψιλοκοσκινίσουμε | θα ψιλοκοσκινίζετε / θα ψιλοκοσκινίσετε | θα ψιλοκοσκινίζουν / θα ψιλοκοσκινίζουνε / θα ψιλοκοσκινίσουν / θα ψιλοκοσκινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψιλοκοσκινίσει | έχεις ψιλοκοσκινίσει | έχει ψιλοκοσκινίσει | έχουμε ψιλοκοσκινίσει | έχετε ψιλοκοσκινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψιλοκοσκινίσει | είχες ψιλοκοσκινίσει | είχε ψιλοκοσκινίσει | είχαμε ψιλοκοσκινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψιλοκοσκινίσει / να ψιλοκοσκινίζω / να ψιλοκοσκινίσω | να έχεις ψιλοκοσκινίσει / να ψιλοκοσκινίζεις / να ψιλοκοσκινίσεις | να έχει ψιλοκοσκινίσει / να ψιλοκοσκινίζει / να ψιλοκοσκινίσει | να έχουμε ψιλοκοσκινίσει / να ψιλοκοσκινίζουμε / να ψιλοκοσκινίσουμε | να έχετε ψιλοκοσκινίσει / να ψιλοκοσκινίζετε / να ψιλοκοσκινίσετε | να ψιλοκοσκινίζουν / να ψιλοκοσκινίζουνε / να ψιλοκοσκινίσουν / να ψιλοκοσκινίσουνε |
| Προστακτική | — | ψιλοκοσκίνιζε / ψιλοκοσκίνισε | — | — | ψιλοκοσκινίζετε / ψιλοκοσκινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →