ψιλολόι
•
- περιληπτικόψιλοπράγματα, μικροπράγματα Βικιλεξικό
- Κατέβαινε δύο και τρεις φορές την εβδομάδα για να ξεκαθαρίσει πράγματα που έπρεπε να πεταχτούν ή να δοθούν, ρούχα της μητέρας μου, παλιά ρούχα δικά μου, χαρτιά της εφορίας, άχρηστα αποδεικτικά – όλο το ψιλολόι. (Θερμοκρασία δωματίου, Δήμητρα Κολλιάκου, εκδ. Πατάκης, 2016 https://books.google.gr/books?id=Jv0iDAAAQBAJ&lpg=PT82&dq=%CF%88%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9&pg=PT82#v=onepage&q=%CF%88%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9&f=false)
- ψιλά (χρήματα σε μικρό νόμισμα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιλολόι < (ψιλός, ψιλά) + ψιλο- + -λόι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιλολόι | ψιλολόγια |
| Γενική | ψιλολογιού | ψιλολογιών |
| Αιτιατική | ψιλολόι | ψιλολόγια |
| Κλητική | ψιλολόι | ψιλολόγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →