ψιλοτρώω
•
- τρώω λίγο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπασχολώ το μυαλό, τη σκέψη πιέζοντας για κάτι Βικιλεξικό
- Τον ψιλοτρώει η ζήλια, αλλά δεν το παραδέχεται.
- μεταφορικά^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιλοτρώω < ψιλο- + τρώω
Άλλοι τύποι
ψιλοέτρωγαψιλοέφαγαψιλοτρώγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →