ψιλώνω
•
- γραμματικήβάζω το πνεύμα της ψιλής Βικιλεξικό
- παρωχημένοαποψιλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιλώνω < αρχαία ελληνική ψιλόω / ψιλῶ + -ώνω < ψιλός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψιλώνω | ψιλώνεις | ψιλώνει | ψιλώνουμε | ψιλώνετε | ψιλώνουν / ψιλώνουνε |
| Παρατατικός | ψίλωνα | ψίλωνες | ψίλωνε | ψιλώναμε | ψιλώνατε | ψίλωναν / ψιλώναν / ψιλώνανε |
| Αόριστος | ψίλωσα | ψίλωσες | ψίλωσε | ψιλώσαμε | ψιλώσατε | ψίλωσαν / ψιλώσαν / ψιλώσανε |
| Μέλλοντας | θα ψιλώνω / θα ψιλώσω | θα ψιλώνεις / θα ψιλώσεις | θα ψιλώνει / θα ψιλώσει | θα ψιλώνουμε / θα ψιλώσουμε | θα ψιλώνετε / θα ψιλώσετε | θα ψιλώνουν / θα ψιλώνουνε / θα ψιλώσουν / θα ψιλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψιλώσει | έχεις ψιλώσει | έχει ψιλώσει | έχουμε ψιλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψιλώσει | είχες ψιλώσει | είχε ψιλώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψιλώσει / να ψιλώνω / να ψιλώσω | να έχεις ψιλώσει / να ψιλώνεις / να ψιλώσεις | να έχει ψιλώσει / να ψιλώνει / να ψιλώσει | να έχουμε ψιλώσει / να ψιλώνουμε / να ψιλώσουμε | να ψιλώνετε / να ψιλώσετε | να ψιλώνουν / να ψιλώνουνε / να ψιλώσουν / να ψιλώσουνε |
| Προστακτική | — | ψίλωνε / ψίλωσε | — | — | ψιλώνετε / ψιλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ψιλώθηκαψιλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →