ψιμάρι
•
- αρνί που γεννήθηκε αργότερα από τα υπόλοιπα Βικιλεξικό
- μεταφορικάάβγαλτος, αφελής, απονήρευτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιμάρι < πιθανόν μεσαιωνική, από την αμαρτύρητη λέξη *ὀψιμάριον, υποκοριστικό του ὄψιμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιμάρι | ψιμάρια |
| Γενική | ψιμαριού | ψιμαριών |
| Αιτιατική | ψιμάρι | ψιμάρια |
| Κλητική | ψιμάρι | ψιμάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →