Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψιττακίζω

ρήμα
•
  1. μιμούμαι τον ψιττακό, παπαγαλίζω Βικιλεξικό
    • (ὁ φοιτητής) ... οὐχὶ δὲ νὰ ψιττακίζῃ μόνον ὅσα διὰ μνήμης εἶχε, πρὶν ἢ τὰ χωνεύσῃ, λησμονῶν αὐτὰ ἅμα ὡς αἱ ἐξετάσεις παρήρχοντο. (Απομνημονεύματα Ραγκαβή)

Ετυμολογία

ψιττακίζω < θέμ- ψιττακ-ός + κατάληξη -ίζω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →