Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψιχαλίζω

ρήμα
•
  1. τύπος δόκιμος μόνο στο γ’ ενικό: Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψιχαλίζω < → δείτε τη λέξη ψιχαλίζει

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψιχαλίζωψιχαλίζειςψιχαλίζειψιχαλίζουμεψιχαλίζετεψιχαλίζουν / ψιχαλίζουνε
Παρατατικόςψιχάλιζαψιχάλιζεςψιχάλιζεψιχαλίζαμεψιχαλίζατεψιχάλιζαν / ψιχαλίζαν / ψιχαλίζανε
Αόριστοςψιχάλισαψιχάλισεςψιχάλισεψιχαλίσαμεψιχαλίσατεψιχάλισαν / ψιχαλίσαν / ψιχαλίσανε
Μέλλονταςθα ψιχαλίζω / θα ψιχαλίσωθα ψιχαλίζεις / θα ψιχαλίσειςθα ψιχαλίζει / θα ψιχαλίσειθα ψιχαλίζουμε / θα ψιχαλίσουμεθα ψιχαλίζετε / θα ψιχαλίσετεθα ψιχαλίζουν / θα ψιχαλίζουνε / θα ψιχαλίσουν / θα ψιχαλίσουνε
Παρακείμενοςέχω ψιχαλίσειέχεις ψιχαλίσειέχει ψιχαλίσειέχουμε ψιχαλίσειέχετε ψιχαλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ψιχαλίσειείχες ψιχαλίσειείχε ψιχαλίσειείχαμε ψιχαλίσει——
Υποτακτικήνα έχω ψιχαλίσει / να ψιχαλίζω / να ψιχαλίσωνα έχεις ψιχαλίσει / να ψιχαλίζεις / να ψιχαλίσειςνα έχει ψιχαλίσει / να ψιχαλίζει / να ψιχαλίσεινα έχουμε ψιχαλίσει / να ψιχαλίζουμε / να ψιχαλίσουμενα έχετε ψιχαλίσει / να ψιχαλίζετε / να ψιχαλίσετενα ψιχαλίζουν / να ψιχαλίζουνε / να ψιχαλίσουν / να ψιχαλίσουνε
Προστακτική—ψιχάλιζε / ψιχάλισε——ψιχαλίζετε / ψιχαλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →