ψιχαλίζω
•
- τύπος δόκιμος μόνο στο γ’ ενικό: Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιχαλίζω < → δείτε τη λέξη ψιχαλίζει
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψιχαλίζω | ψιχαλίζεις | ψιχαλίζει | ψιχαλίζουμε | ψιχαλίζετε | ψιχαλίζουν / ψιχαλίζουνε |
| Παρατατικός | ψιχάλιζα | ψιχάλιζες | ψιχάλιζε | ψιχαλίζαμε | ψιχαλίζατε | ψιχάλιζαν / ψιχαλίζαν / ψιχαλίζανε |
| Αόριστος | ψιχάλισα | ψιχάλισες | ψιχάλισε | ψιχαλίσαμε | ψιχαλίσατε | ψιχάλισαν / ψιχαλίσαν / ψιχαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ψιχαλίζω / θα ψιχαλίσω | θα ψιχαλίζεις / θα ψιχαλίσεις | θα ψιχαλίζει / θα ψιχαλίσει | θα ψιχαλίζουμε / θα ψιχαλίσουμε | θα ψιχαλίζετε / θα ψιχαλίσετε | θα ψιχαλίζουν / θα ψιχαλίζουνε / θα ψιχαλίσουν / θα ψιχαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψιχαλίσει | έχεις ψιχαλίσει | έχει ψιχαλίσει | έχουμε ψιχαλίσει | έχετε ψιχαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψιχαλίσει | είχες ψιχαλίσει | είχε ψιχαλίσει | είχαμε ψιχαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψιχαλίσει / να ψιχαλίζω / να ψιχαλίσω | να έχεις ψιχαλίσει / να ψιχαλίζεις / να ψιχαλίσεις | να έχει ψιχαλίσει / να ψιχαλίζει / να ψιχαλίσει | να έχουμε ψιχαλίσει / να ψιχαλίζουμε / να ψιχαλίσουμε | να έχετε ψιχαλίσει / να ψιχαλίζετε / να ψιχαλίσετε | να ψιχαλίζουν / να ψιχαλίζουνε / να ψιχαλίσουν / να ψιχαλίσουνε |
| Προστακτική | — | ψιχάλιζε / ψιχάλισε | — | — | ψιχαλίζετε / ψιχαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →