ψιψίρισμα
•
- προφορικόη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ψιψιρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιψίρισμα < ψιψιρίζω + -μα < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψιψίρισμα | ψιψιρίσματα |
| Γενική | ψιψιρίσματος | ψιψιρισμάτων |
| Αιτιατική | ψιψίρισμα | ψιψιρίσματα |
| Κλητική | ψιψίρισμα | ψιψιρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →