ψυγείο
•
- συσκευήσυσκευή για την συντήρηση φαγητού μέσω ψύξης, συνήθως ηλεκτρική Βικιλεξικό
- βάλε τη μακαρονάδα στο ψυγείο αν δεν τη θέλεις τώρα
- ειδικό φορτηγό το οποίο μεταφέρει κρέατα απ' το σφαγείο στον τόπο πώλησής τους Βικιλεξικό
- πλοίο ειδικού τύπου. Βικιλεξικό
- αυτοκίνητοειδικός μηχανισμός ο οποίος διατηρεί την ψύξη στη μηχανή των αυτοκινήτων Βικιλεξικό
- μεταφορικάψυχρός χώρος Βικιλεξικό
- το δωμάτιο αυτό είναι ψυγείο
- μεταφορικάη ψυχρή αντίδραση ή ατμόσφαιρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυγείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψυγεῖον (παγωνιέρα) < ψύχω (κρυώνω κάτι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυγείο | ψυγεία |
| Γενική | ψυγείου | ψυγείων |
| Αιτιατική | ψυγείο | ψυγεία |
| Κλητική | ψυγείο | ψυγεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →