ψυχάκι
•
- προσφώνησηυποκοριστικό του ψυχή Βικιλεξικό
- Καληνύχτα, ψυχάκι, μη φοβάσαι, / κοντά σου θα ’μαι, όταν κοιμάσαι. (Μαρία Πολυδούρη, Καληνύχτα, ψυχάκι)
- μειωτικόυποκοριστικό του ψυχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχάκι < ψυχή + υποκοριστικό επίθημα -άκι (2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική psycho)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχάκι | ψυχάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ψυχάκι | ψυχάκια |
| Κλητική | ψυχάκι | ψυχάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →