Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. προσφώνησηυποκοριστικό του ψυχή Βικιλεξικό
    • Καληνύχτα, ψυχάκι, μη φοβάσαι, / κοντά σου θα ’μαι, όταν κοιμάσαι. (Μαρία Πολυδούρη, Καληνύχτα, ψυχάκι)
  2. μειωτικόυποκοριστικό του ψυχή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχάκι < ψυχή + υποκοριστικό επίθημα -άκι (2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική psycho)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψυχάκιψυχάκια
Γενική——
Αιτιατικήψυχάκιψυχάκια
Κλητικήψυχάκιψυχάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →