ψυχάκιας
•
- αργκόαυτός που έχει ανώμαλη ψυχική κατάσταση Βικιλεξικό
- αργκόαυτός που κάνει ανοησίες, χαζομάρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχάκιας < ψυχή + -άκιας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχάκιας | ψυχάκες / ψυχάκηδες |
| Γενική | ψυχάκια | ψυχάκηδων |
| Αιτιατική | ψυχάκια | ψυχάκες / ψυχάκηδες |
| Κλητική | ψυχάκια | ψυχάκες / ψυχάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →