ψυχαγωγός
•
- ελληνική μυθολογίααυτός που οδηγεί τις ψυχές στον άλλο κόσμο (ως επίθετο του θεού Ερμή) Βικιλεξικό
- νεολογισμόςαυτός που μας ψυχαγωγεί Βικιλεξικό
- Δύο από τις μεγαλύτερες πολιτισμικές αξίες του 20ού αιώνα υπήρξαν ο επαναστάτης με αιτία και ο επαγγελματίας ψυχαγωγός. Όταν ο επαναστάτης είδε την πραγματικότητα να μετατρέπει το όνειρό του σε εφιάλτη, ο επαγγελματίας ψυχαγωγός αναγορεύτηκε ο μόνος αδιαφιλονίκητος σύγχρονος θεός με άμβωνά του την τηλεόραση και λόγο του το δράμα. (ΤΟ ΒΗΜΑ, Reality shows, 2008/11/24/11/2008 *)
Ετυμολογία
ψυχαγωγός < αρχαία ελληνική ψυχαγωγός < ψυχή + ἄγω # ψυχαγωγός < ψυχαγωγώ + -ός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχαγωγός | ψυχαγωγοί |
| Γενική | ψυχαγωγού | ψυχαγωγών |
| Αιτιατική | ψυχαγωγό | ψυχαγωγούς |
| Κλητική | ψυχαγωγέ | ψυχαγωγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →