ψυχαναγκαστικός
•
- σχετικός με τον ψυχαναγκασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχαναγκαστικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχαναγκαστικός | ψυχαναγκαστική | ψυχαναγκαστικό |
| Γενική | ψυχαναγκαστικού | ψυχαναγκαστικής | ψυχαναγκαστικού |
| Αιτιατική | ψυχαναγκαστικό | ψυχαναγκαστική | ψυχαναγκαστικό |
| Κλητική | ψυχαναγκαστικέ | ψυχαναγκαστική | ψυχαναγκαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχαναγκαστικοί | ψυχαναγκαστικές | ψυχαναγκαστικά |
| Γενική | ψυχαναγκαστικών | ψυχαναγκαστικών | ψυχαναγκαστικών |
| Αιτιατική | ψυχαναγκαστικούς | ψυχαναγκαστικές | ψυχαναγκαστικά |
| Κλητική | ψυχαναγκαστικοί | ψυχαναγκαστικές | ψυχαναγκαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →