ψυχαναλυτικός
•
- ο σχετικός με την ψυχανάλυση και τους ψυχαναλυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχαναλυτικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχαναλυτικός | ψυχαναλυτική | ψυχαναλυτικό |
| Γενική | ψυχαναλυτικού | ψυχαναλυτικής | ψυχαναλυτικού |
| Αιτιατική | ψυχαναλυτικό | ψυχαναλυτική | ψυχαναλυτικό |
| Κλητική | ψυχαναλυτικέ | ψυχαναλυτική | ψυχαναλυτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχαναλυτικοί | ψυχαναλυτικές | ψυχαναλυτικά |
| Γενική | ψυχαναλυτικών | ψυχαναλυτικών | ψυχαναλυτικών |
| Αιτιατική | ψυχαναλυτικούς | ψυχαναλυτικές | ψυχαναλυτικά |
| Κλητική | ψυχαναλυτικοί | ψυχαναλυτικές | ψυχαναλυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →