ψυχαναλύω
•
- ασκώ το επάγγελμα του ψυχαναλυτή Βικιλεξικό
- αναλύω και ανάγω σε βασικές αρχές τα ψυχολογικά προβλήματα ενός ατόμου είτε επαγγελματικά (ως ψυχαναλυτής) είτε ερασιτεχνικά Βικιλεξικό
- ειρωνικόαναλύω κάτι σε υπερβολικό βαθμό, "το κουράζω" Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχαναλύω < ψυχανάλυση. Αναλύεται ψυχ- + αναλύω
Άλλοι τύποι
ψυχανάλυσαψυχανέλυαψυχανέλυσαψυχαναλήσωψυχαναλυμένοςψυχαναλύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →