Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχαρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον γλωσσολόγο, ηγέτη του δημοτικισμού, Γιάννη Ψυχάρη και τις απόψεις του για το γλωσσικό ζήτημα στην Ελλάδα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Ο Χατζιδάκις από την πλευρά του θεωρεί ότι «φυσική» είναι η γλώσσα η «συνήθως λαλούμενη και άμα γραφόμενη υπό ημών των πολλών», ενώ τεχνητή, η αρχαΐζουσα και η ψυχαρική. (Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη, O Ψυχάρης και η εποχή του, ζητήματα γλώσσας, λογοτεχνίας και πολιτισμού, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών. Επιστημονική Συνάντηση, 2005, σελ. 350)

Ετυμολογία

ψυχαρικός < Ψυχάρης (από το όνομα του Γιάννη Ψυχάρη) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχαρικόςψυχαρικήψυχαρικό
Γενικήψυχαρικούψυχαρικήςψυχαρικού
Αιτιατικήψυχαρικόψυχαρικήψυχαρικό
Κλητικήψυχαρικέψυχαρικήψυχαρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχαρικοίψυχαρικέςψυχαρικά
Γενικήψυχαρικώνψυχαρικώνψυχαρικών
Αιτιατικήψυχαρικούςψυχαρικέςψυχαρικά
Κλητικήψυχαρικοίψυχαρικέςψυχαρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →