Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχικάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κάνει ψυχικό Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου έρχεται σε ερωτική επαφή από συμπόνια ή λύπηση Βικιλεξικό
    • Έβγαλε αμέτρητες πρωτιές με πρωτοεμφανιζόμενους ερμηνευτές και δημιουργούς, και όλοι τους κάνανε λαμπρή καριέρα στο τραγούδι! Αυτά τα πρωτάκια, (ανάμεσα τους θα αναγνωρίσετε αμέσως τις κατοπινές μεγάλες φίρμες), τα αντιμετωπίζει σαν την ψυχικάρα πόρνη που πρωτοβγάζει στο κλαρί τον τρακαρισμένο έφηβο! (*)

Ετυμολογία

ψυχικάρης < ψυχικό + -άρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχικάρηςψυχικάραψυχικάρικο
Γενικήψυχικάρηψυχικάραςψυχικάρικου
Αιτιατικήψυχικάρηψυχικάραψυχικάρικο
Κλητικήψυχικάρηψυχικάραψυχικάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχικάρηδεςψυχικάρεςψυχικάρικα
Γενικήψυχικάρηδων—ψυχικάρικων
Αιτιατικήψυχικάρηδεςψυχικάρεςψυχικάρικα
Κλητικήψυχικάρηδεςψυχικάρεςψυχικάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →