ψυχικάρης
•
- που κάνει ψυχικό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου έρχεται σε ερωτική επαφή από συμπόνια ή λύπηση Βικιλεξικό
- Έβγαλε αμέτρητες πρωτιές με πρωτοεμφανιζόμενους ερμηνευτές και δημιουργούς, και όλοι τους κάνανε λαμπρή καριέρα στο τραγούδι! Αυτά τα πρωτάκια, (ανάμεσα τους θα αναγνωρίσετε αμέσως τις κατοπινές μεγάλες φίρμες), τα αντιμετωπίζει σαν την ψυχικάρα πόρνη που πρωτοβγάζει στο κλαρί τον τρακαρισμένο έφηβο! (*)
Ετυμολογία
ψυχικάρης < ψυχικό + -άρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχικάρης | ψυχικάρα | ψυχικάρικο |
| Γενική | ψυχικάρη | ψυχικάρας | ψυχικάρικου |
| Αιτιατική | ψυχικάρη | ψυχικάρα | ψυχικάρικο |
| Κλητική | ψυχικάρη | ψυχικάρα | ψυχικάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχικάρηδες | ψυχικάρες | ψυχικάρικα |
| Γενική | ψυχικάρηδων | — | ψυχικάρικων |
| Αιτιατική | ψυχικάρηδες | ψυχικάρες | ψυχικάρικα |
| Κλητική | ψυχικάρηδες | ψυχικάρες | ψυχικάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →