Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχοβιολογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψυχολογίαη μελέτη του ψυχισμού σε συνάρτηση με βιολογικές παραμέτρους του ίδιου του υπό εξέταση οργανισμού αλλά και με βιολογικές επιδράσεις του περιβάλλοντος, σε συσχέτιση και με την εξελικτική ψυχολογία (π.χ. ορνόνες, νευροφυσιολογία, προσαρμογή στο περιβάλλον κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχοβιολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: Ρsychobiologie < psycho- + Biologie < αρχαία ελληνική ψυχή + βίος + λέγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψυχοβιολογίαψυχοβιολογίες
Γενικήψυχοβιολογίαςψυχοβιολογιών
Αιτιατικήψυχοβιολογίαψυχοβιολογίες
Κλητικήψυχοβιολογίαψυχοβιολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →