ψυχογράφημα
•
- η περιγραφή του ψυχισμού ενός ατόμου ή και μιας ολόκληρης κοινωνίας ή εποχής, η μελέτη των ψυχικών διαθέσεων, η εστίαση στην ψυχολογική σκοπιά φαινομένων, τάσεων κ.λπ. Βικιλεξικό
- λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό έργο που επικεντρώνεται στην ψυχολογική ανάλυση των ηρώων, στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους, στην προσωπικότητα και στα συναισθήματά τους, στα αίτια της συμπεριφοράς τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχογράφημα < ψυχο- + -γράφημα (λόγιο δάνειο) αγγλική psychograph ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Δείτε και το ψυχόγραμμα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχογράφημα | ψυχογραφήματα |
| Γενική | ψυχογραφήματος | ψυχογραφημάτων |
| Αιτιατική | ψυχογράφημα | ψυχογραφήματα |
| Κλητική | ψυχογράφημα | ψυχογραφήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →