ψυχοθεραπευτής
•
- επάγγελμαγιατρός που έχει ειδικευτεί στην ψυχοθεραπεία Βικιλεξικό
- επάγγελμαθεραπευτής των ψυχωτικών και νευρωτικών καταστάσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχοθεραπευτής < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Psychotherapeut < αρχαία ελληνική ψυχή + θεραπευτής. Μορφολογικά αναλύεται σε ψυχο- + θεραπευτής : Κατά τον Κουμανούδη μαρτυρείται από το 1894, ενώ το θηλυκό ψυχοθεραπεύτρια, το 1892..
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοθεραπευτής | ψυχοθεραπευτές |
| Γενική | ψυχοθεραπευτή | ψυχοθεραπευτών |
| Αιτιατική | ψυχοθεραπευτή | ψυχοθεραπευτές |
| Κλητική | ψυχοθεραπευτή | ψυχοθεραπευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →