Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχοκινητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με ψυχικές και κινητικές λειτουργίες Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με την ψυχοκίνηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχοκινητικός < ψυχοκίνηση + -τικός (1.(μεταφραστικό δάνειο) γαλλική psychomoteur ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική psycho-motor· 2.(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική psychokinetic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχοκινητικόςψυχοκινητικήψυχοκινητικό
Γενικήψυχοκινητικούψυχοκινητικήςψυχοκινητικού
Αιτιατικήψυχοκινητικόψυχοκινητικήψυχοκινητικό
Κλητικήψυχοκινητικέψυχοκινητικήψυχοκινητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχοκινητικοίψυχοκινητικέςψυχοκινητικά
Γενικήψυχοκινητικώνψυχοκινητικώνψυχοκινητικών
Αιτιατικήψυχοκινητικούςψυχοκινητικέςψυχοκινητικά
Κλητικήψυχοκινητικοίψυχοκινητικέςψυχοκινητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →