ψυχοκτονία
•
- η καταστροφή της ψυχής, ο αφανισμός της, η φθορά της, ο θάνατός της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχοκτονία < ψυχοκτόνος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοκτονία | ψυχοκτονίες |
| Γενική | ψυχοκτονίας | ψυχοκτονιών |
| Αιτιατική | ψυχοκτονία | ψυχοκτονίες |
| Κλητική | ψυχοκτονία | ψυχοκτονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →