ψυχολογημένος
•
- για ανθρώπινο χαρακτήρα ή λογοτεχνικό, κινηματογραφικό κ.λπ. ήρωα του οποίου έχει μελετηθεί ικανοποιητικά η ψυχολογία Βικιλεξικό
- για ενέργεια που γίνεται αφού έχουν μελετηθεί οι επιπτώσεις της στην ψυχολογία όσων επηρεάζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ψυχολογώ
Άλλοι τύποι
ψυχολογημέναψυχολογημένεψυχολογημένεςψυχολογημένηψυχολογημένηςψυχολογημένοψυχολογημένοιψυχολογημένοςψυχολογημένουψυχολογημένουςψυχολογημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →