Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχολογημένος

/psi.xo.lo.ʝiˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. για ανθρώπινο χαρακτήρα ή λογοτεχνικό, κινηματογραφικό κ.λπ. ήρωα του οποίου έχει μελετηθεί ικανοποιητικά η ψυχολογία Βικιλεξικό
  2. για ενέργεια που γίνεται αφού έχουν μελετηθεί οι επιπτώσεις της στην ψυχολογία όσων επηρεάζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ψυχολογώ

Άλλοι τύποι

ψυχολογημέναψυχολογημένεψυχολογημένεςψυχολογημένηψυχολογημένηςψυχολογημένοψυχολογημένοιψυχολογημένοςψυχολογημένουψυχολογημένουςψυχολογημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →